ευδοκιμώ


ευδοκιμώ
(ΑΜ εὐδοκιμῶ, -έω) [ευδόκιμος]
1. επιτυγχάνω σε κάτι, κατορθώνω, κάτι
2. ακμάζω, ευημερώ, προοδεύω («ηὐδοκίμει Περικλῆς», Πλάτ.)
νεοελλ.
(για φυτά) έχω ευνοϊκούς όρους για ανάπτυξη, ακμάζω («στη Χίο ευδοκιμεί η μαστίχα»)
αρχ.-μσν.
είμαι περιζήτητος, αρεστός
αρχ.
1. (για κοινά επιχειρήματα) φέρω αποτέλεσμα, επιτυγχάνω («εὐδοκιμεῑ δὲ μᾱλλον τῶν ἐνθυμημάτων τὰ ἐλεγκτικὰ τῶν ἀποδεικτικῶν», Αριστοτ.)
2. φρ. α) «εὐδοκιμῶ ἔν τινι» — διακρίνομαι σε κάτι («καιρίῳ δ' ἐνθυμήματι ηὐδοκίμησε», Ξεν.)
β) «εὐδοκιμῶ παρά τινι» — έχω δύναμη κοντά σε κάποιον («εὐδοκίμησε... παρὰ βασιλέϊ», Ηρόδ.)
3. (για χρήματα) είμαι γνήσιος
4. μέσ. εὐδοκιμοῡμαι
εκτιμώ
5. παθ. επιδοκιμάζομαι, εγκρίνομαι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ευδοκιμώ — ευδοκιμώ, ευδοκίμησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ευδοκιμώ — ευδοκίμησα, πετυχαίνω, προκόβω, προοδεύω: Στον τόπο αυτόν ευδοκιμούν τα πρώιμα κηπευτικά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐδοκιμῶ — εὐδοκιμάζω choose fut ind act 1st sg (attic epic ionic) εὐδοκιμέω to be of good repute pres subj act 1st sg (attic epic doric) εὐδοκιμέω to be of good repute pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδοκίμῳ — Εὐδόκιμος in good repute masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδοκίμῳ — εὐδόκιμος in good repute masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐδοκίμωι — Εὐδοκίμῳ , Εὐδόκιμος in good repute masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδοκίμωι — εὐδοκίμῳ , εὐδόκιμος in good repute masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατευδοκιμώ — κατευδοκιμῶ, έω (Α) (επιτ. τ. τού ευδοκιμώ) ευδοκιμώ πολύ, ξεπερνώ κάποιον σε ευδοκίμηση, σε καλή υπόληψη και δόξα («κατευδοκιμήσας Φαβίου», Διόδ.) …   Dictionary of Greek

  • ορθοποδώ — (ΑΜ ὀρθοποδῶ, έω) [ορθόπους] νεοελλ. 1. στέκομαι όρθιος στα πόδια μου ή σηκώνομαι και παίρνω όρθια στάση, στέκομαι στο πόδι 2. μτφ. αναλαμβάνω δυνάμεις, αποκαθίσταμαι, ευδοκιμώ μσν. αρχ. βαδίζω κατευθείαν, προς τα εμπρός αρχ. μτφ. ακολουθώ τον… …   Dictionary of Greek

  • συνθάλλω — Μ (για φυτό) ευδοκιμώ μαζί ή ταυτόχρονα με κάτι άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + θάλλω «ανθώ, ευδοκιμώ»] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.